Κυριακή 26 Ιουνίου 2022

Που Να Μη Σώσεις, Θάλασσα


2.400 λέξεις | Εμπνευσμένο από το διήγημα "Μία βεντέτα" 
του Γκυ Ντε Μωπασάν


Στον σφακιανό κόσμο, όσοι κατάγονταν από μεγάλα τζάκια θεωρούνταν «καλόσειροι». To σόι των Ματζαπετάκηδων ήταν τέτοιο· γεμάτο καπετανέους, πολέμαρχους και λεβεντόσπορους, μα στο τέλος αποδεκατισμένο από τον λιμό και τις βεντέτες. Η Λένα –που όλοι φώναζαν Ματζαπετάνισσα– ήταν σύζυγος ενός μεγαλέμπορα με περιουσία κι επιρροή. Ασίκης, ντόμπρος και μπεσαλής ήταν ο συγχωρεμένος, ο τύφος όμως τον χάλασε  κι άφησε την οικογένειά του ακέφαλη. Πλήγμα μεγάλο για την Λένα, έσβησε το χαμόγελο απ’ τα χείλη της. Μα κάτω δεν το ’βαλε, στο αρχοντικό της έκανε κουμάντο καλό, και στα θέματα του χωριού είχε τον πρώτο λόγο. Κι ας έμοιαζαν τα τελευταία χρόνια με μεγάλα, παχιά σύννεφα δυστυχίας που έβρεχαν ασταμάτητα πάνω από το Ματζαπετακέικο. Κι ας είχε χάσει τα δυο αδέρφια της όταν μπαρκάρισαν για το μακεδονικό μέτωπο και δεν γύρισαν ποτέ. Νωπές ήταν ακόμα οι μνήμες από την τελευταία βεντέτα που κράτησε τρία χρόνια και πήρε τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια του Νικόλα, αφήνοντας εκείνον, τον μικρότερο, τελευταίο σερνικό της οικογένειας.

            Ο Νικόλας. Κατάμαυρο σγουρό μαλλί, μουτράκι αγγέλου, καρδιά μαλαματένια. Από μικρός, φιλότιμος κι εργατικός. Χαράματα ξυπνούσε να φροντίσει τα μποστάνια, τα ζωντανά, να κάνει μερεμέτια. Έγινε το στήριγμα και η παρηγοριά της δόλιας μάνας. Χατίρι δεν της χάλαγε, κι εκείνη μη βρέξει και μη στάξει το είχε το στερνοπούλι της. Μιας και του άρεσε η θάλασσα, τον έσπρωξε στις ψαρόβαρκες να τη γνωρίσει, γιατί εκεί βγάζεις το βιός δίχως να ’χεις να χωρίσεις με άλλους ζα ή χωράφια. Και μακριά απ’ τα όπλα τον είχε, φοβούμενη μην μπλέξει σε καβγά. Διότι για κείνη ήταν ο κόσμος όλος· αν τον έχανε κι αυτόν, θα τα έχανε όλα.

            Κι έτσι πέρασαν λίγα χρόνια. Ο μικρός άντρευε: το στέρνο του έβγαινε όξω, τα χέρια του δυνάμωναν, οι τρίχες του θεριεύαν. Γιος του πατέρα του, κιμπάρης, μερακλής, το χωριό καμάρωνε κι οι γυναικείες καρδιές χτυπούσαν. Μα της μάνας του η αγάπη, όμοιά της δεν είχε. Προσκύναγε το χώμα που πατούσε και τ’ αποφάγια που άφηνε στο πιάτο. Χάιδευε τη ζέστα που άφηνε στα έπιπλα, κατάπινε τις λέξεις του σαν γιατρικό. Σαν γυρνούσε εκείνος σπίτι, η καρδιά της χοροπήδαγε στο στήθος σαν χαρωπό σκυλάκι. Ήταν φτιαγμένος από μπάλσαμο, φως και τρυφεράδα. Όσο τον είχε δίπλα της, τόσο ξεχαρμάνιαζε από τις πίκρες της ζωής.

            Ένα συννεφιασμένο πρωί που άπλωνε την μπουγάδα στον πίσω κήπο, άκουσε συνωστισμό στην είσοδο του σπιτιού. Με κακό προαίσθημα, παράτησε τα ρούχα κι έτρεξε να δει. Βρήκε στην αυλή ανθρώπους με σηκωμένα μανίκια και μπατζάκια, κι ανάμεσά τους γνώριμα πρόσωπα, όπως τη γειτόνισσα Ζαφειρία και τον δήμαρχο Βενέρη. Ξαπλωμένο κάτω στο νοτερό χώμα κείτονταν ένα σώμα τυλιγμένο πρόχειρα σε καραβόπανο. Τα τρεμάμενα χέρια της τράβηξαν το πανί απ’ το πρόσωπο του νεκρού, κι ας ήξερε ποιος ήταν. Ένα κατάμαυρο σγουρό μαλλί ξεπρόβαλλε από μέσα σαν ανοιξιάτικο μπουμπούκι. Χάιδεψε τρυφερά τα μάγουλά του που ήταν ωχρά σαν άγραφο χαρτί, κι άγγιξε τα σφαλιστά του μάτια. Ένιωσε τον θάνατο να την ακουμπά στον ώμο σαν παλιός εχθρός, το παγωμένο νυστέρι του να της ξεσκίζει τα σωθικά. Ο πόνος χίλιων τοκετών την άρπαξε και τη διέλυσε, κι όλη η ελπίδα που της απέμεινε εξαϋλώθηκε στον άνεμο.

            Λέξη δεν είχε ειπωθεί ακόμα. Οι συγχωριανοί στεκόντουσαν δυο βήματα μακριά, μάρτυρες μιας γυναίκας που κρατούσε στα χέρια το τέλος της σειράς της. Θα το θεωρούσαν λογικό αν άκουγαν την καρδιά της να ραγίζει επιτόπου και να σπάει· δύο σώματα να πηγαίναν για ταφή αντί για ένα. Μα σαν η γριά κοίταξε τον δήμαρχο Βενέρη δεν είδαν μάτια σπαραγμού, μα μάτια που στάζαν αίμα. Όλοι ένιωσαν στις ραχοκοκαλιές τους το ίδιο ανατρίχιασμα.

            «Ποιος;» ρώτησε η γυναίκα. Εκείνος φάνηκε να μην καταλαβαίνει.

            «Τι με ρωτάς, Λένα μου, δεν καταλαβαίνω».

            «Μην κάνεις τον χαζό σε μένα, Μιχάλη! Ποιος είν’ ο φονιάς; Από ποια οικογένεια;»

            Κανείς δεν απάντησε αμέσως. Κανείς δεν τόλμησε να συναντήσει την οργή της που ξέσπασε σαν καταιγίδα και σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά της. 

            «Φέρτε τον εδώ τον κερατά, φέρτε τον! Ποιος τόλμησε ν’ απλώσει χέρι; Θα τον ανοίξω εγώ απ’ τον λαιμό ως την κοιλιά και τα σπλάχνα του θα σκορπίσω στα σκυλόψαρα! Ό,τι αγαπάει θα το σκοτώσω εμπρός του και μες στο αίμα του θα τόνε πνίξω! Γιε μου... Εγώ, με τα ίδια μου τα χέρια θα σ’ εκδικηθώ! Θα του πιω το αίμα στάλα στάλα, που να παρακαλάει ο τρισκατάρατος να τον αφήκω ν’ αποθάνει! Θα νιώσει ο κερατάς τι μου ’κανε, θα τα νιώσει όλα!»

             «Καλή μου κυρά, να χαρείς μη λες τέτοια!» είπε ο Βενέρης. «Δεν πήγε από ανθρώπου χέρι ο δόλιος, η φουρτουνιασμένη θάλασσα τον πήρε! Θανάση, για τον Θεό μίλα κι εσύ!»

            «Έτσι είναι, Ματζαπετάνισσα, ήμουν εκεί. Τέτοιο μπουρίνι δυνατό και ξαφνικό δεν έχω ματαδεί όσο αλάτι κι αν έχω φάει στη ζωή μου. Το κοπέλι σου είχε βγει έξω πολύ, ελπίδα δεν είχε με τα κύματα. Τον σταυρό μας κάναμε εμείς που σωθήκαμε, δόξα τω Θεώ».

            Έκανε ένα νεύμα με το χέρι της σαν να μην ήθελε ν’ ακούσει άλλα. Είχε πάνω της μια ένταση φοβερή κι απόκοσμη, που τρόμαζε και τους πιο σκληροτράχηλους ναυτικούς.

            Το βράδυ εκείνο η γριά μάνα ξενύχτησε μόνη το παιδί της. Δεν θέλησε κανενός την παρουσία. Η φωτιά στο τζάκι σιγόκαιγε και φώτιζε τους μεγάλους τοίχους και το ψηλό ταβάνι της σάλας. Οι ώρες κυλούσαν αργά, πολύ αργά, σαν μάνα και γιος να συναντήθηκαν στη μέση ενός ονείρου. Η πέτρινη μορφή της σάλεψε μόνο μια φορά, σαν είπε: «Από μένα έλεος δεν θα δει, μ’ ακούς; Η μάνα το είπε αυτό. Κοιμήσου, μωρό μου. Κοιμήσου και κανονίζω εγώ».

                                                                         

            Η ταφή έγινε την επομένη. Όλο το χωριό ήταν παρόν. Η γειτόνισσα Ζαφειρία έσερνε τη φωνή, μοιρολογήτρες ολοφύρονταν για τον αδικοχαμένο και μάτωναν τα μάγουλά τους με τα νύχια τους, νεαρές κοπέλες έκοβαν σύριζα τις όμορφες πλεξούδες τους και τις εναπόθεταν στα χέρια του νεκρού. Όλοι σκυφτοί και θλιμμένοι, εκτός από τη μαύρη μάνα που αδάκρυτη κι ευθυτενής ανέδιδε μια σκληράδα και μια θωριά πολεμική, αταίριαστη με την επικήδεια τελετή.

            Χωρίς να χάσει χρόνο, θέτοντας το σχέδιό της σε εφαρμογή, πήγε το απόγευμα στο ταχυδρομείο και ζήτησε να σταλεί επειγόντως μια σφαλισμένη επιστολή στα Χανιά, στους πρώην συνεργάτες του ανδρός της. Το ίδιο βράδυ εμφανίστηκε στο καφενείο του Σίφη κι εντελώς απρόσμενα πήγε κι έκατσε στο τραπέζι των ψαράδων, που είχαν αρχίσει από νωρίς τις ρακές για να ελαφρύνει το μυαλό και η καρδιά.

            «Αν είστε άντρες σωστοί κι αγαπήσατε ποτέ τον γιο μου, θα κάνετε τούτο που σας ζητάω» είπε ήρεμα και αποφασιστικά καθώς τους γέμιζε τα ποτήρια με ρακή.

            «Πες το και θα το ’χεις, Ματζαπετάνισσα» είπε κοφτά ο γερο-Θανάσης, ο πιο παλιός απ’ όλους. Όλο το τραπέζι συγκατένευσε.

            «Ό,τι ψάρια πιάνετε από δω και στο εξής, θα τα δίνετε σε μένα».

            «Όλα; Και για πόσες δραχμές μωρέ Λενιώ;»

            «Όσες παίρνατε πάντα, ούτε σκόντο θέλω ούτε τίποτα».

            Συμφώνησαν ν’ αφήνουν κάθε πρωί τις ψαριές τους στην παραλία. Η αρχόντισσα έφυγε ικανοποιημένη. Με το λιγοστό φως του φεγγαριού, περπάτησε μόνη έξω από το χωριό, ώσπου έφτασε σε μια φτωχική στάνη. Εκεί ζούσε μονάχη μια χήρα ενός βοσκού, που λέγαν πως ήταν μάγισσα. Η Λένα μπήκε μέσα και βρήκε τη χήρα να βράζει πατάτες.

            «Τη χάρη που χρωστάς, Αννούλα, ήρθε η ώρα να τη δώκεις» της είπε αυστηρά.

            Αδιάφορα, με την πλάτη γυρισμένη, εκείνη της αποκρίθηκε: «Ίντα μπορώ να κάνω; Ν’ αναστήσω το κοπέλι σου ή να σε στείλω να το βρεις; Απ’ το ν’ ακούω απολυμάρες, απ’ το κονάκι μου σύρε και φεύγα!»

            Δίπλα στη Λένα βρισκόταν στρωμένο το τραπέζι με παξιμάδια, ελιές, γραβιέρα και καρύδια. Μονομιάς, του έδωσε ένα κλότσο γερό και σκόρπισε όλο το δείπνο στον αέρα. «Σκάσε και κοίτα με, μωρή τσουλάρα, μη σε πνίξω κει που στέκεσαι με το κορδόνι της ποδιάς σου, καταραμένη! Χρωστούμενα ή όχι, έτσι και μ’ αρνηθείς, πάλι στα δυο θα σε σκίσω!»

            Κι η χήρα, ενθυμούμενη τον τρόμο που η Ματζαπετάνισσα μπορεί να σπείρει, γύρισε  σαν δαρμένο σκυλί κι αποκρίθηκε: «Λέγε τι θες, να τελειώνουμε».

            «Να πνιγεί η θάλασσα στο αίμα, αυτό θέλω».

            Σύντομα ο τόπος βούιξε: «Πάει, η Ματζαπετάνισσα λώλεψε, κάνει κουζουλάδες!»

            «Καθαργά ξαμολιέται με την τρελή στην παραλία, εκεί που έχασε το κοπέλι της ντε, και κάνει μαγικά! Τους είδανε να καίνε θυμιάματα κάτω από τ’ αστέρια, να κάνουν ξόρκια και να καταριούνται το κενό! Αν είσαι εκεί, σου κόβεται η χολή!»

            «Το πρωί φορτώνουνε στη βάρκα του συγχωρεμένου τις ψαριές των ψαράδων, και λίγο παραμέσα τα ξεκοιλιάζουν και τα σκορπάνε στο νερό! Αποτρόπαια πράγματα!»

            Το αλμυρό νερό κοκκίνιζε μέρα με τη μέρα, δεν έλεγε να καθαρίσει. Ο κόσμος άρχισε να διαμαρτύρεται, ο δήμαρχος μπήκε μπροστά και απαγόρεψε στους ψαράδες να της δίνουν ψάρια, ειδάλλως θα φώναζε τους χωροφυλάκους. Η αρχόντισσα άρχισε τότε να σφάζει όλα τα ζα που είχε –γουρούνια, κότες, κατσίκες– και να σκορπίζει το δικό τους αίμα στα σκούρα βρόμικα κύματα. Οι γλάροι έκαναν τσιμπούσι με τα κουφάρια, το μάτι υπέφερε σαν κοιτούσε προς τα κει. Αφού είδε κι απόειδε, ο δήμαρχος πήγε σπίτι της να λογαριαστούνε. Μα πού να την κάνει ζάφτι; Οι φωνές τους ακούστηκαν ως απ’ όξω:    

«Κουζουλάθηκες τελείως Λενιώ! Πράμα δεν σου ‘χει μείνει στο κεφάλι!»

            «Να κοιτάς τη δουλειά σου εσύ, κι άσε με!»

            «Άκου με, όλοι πονάμε για σένα. Μα να σε βλέπουμε να ατιμάζεις τους πεθαμένους σου; Να προσβάλεις τον Κύριο με πράξεις του Εξαποδώ; Έλα στα συγκαλά σου ωρέ!»

            «Ε είμαι για δέσιμο, τι να σου πω! Λογική είμαι, ξεκούδουνη είμαι, διαφορά δεν έχει. Αυτό που θέλω όμως θα το κάνω, ο κόσμος να χαλάσει!»

            «Και σε ρωτώ, με το γινάτι σου αυτό είντα θες να πετύχεις; Να στείλεις το βιός σου στον πάτο της θάλασσας;»

            «Ξάσου, κι όταν το κάνω θα το δεις τι είναι. Και τώρα ξεκουμπίσου, μη σου μουντάρω όπως είσαι και σε βγάλω όξω με τις κλωτσιές!»

            Το ίδιο βιολί συνέχισε, ώσπου στέρεψαν τα χρήματα. Το χωριό τής γύρισε την πλάτη, μα η βούλησή της έμεινε ακλόνητη. Την τελευταία ημέρα έφτασε κάρο εμπορικό από τα Χανιά, φορτωμένο με φωτιστικό πετρέλαιο. Ξενομπάτικα πληρωμένα χέρια το μετέφεραν σε στάμνες ως την παραλία, κι η γριά με την Αννούλα τα βάζανε ένα ένα μες στη βάρκα, κινούσαν έξω στ’ ανοιχτά κι έχυναν το δηλητήριό τους στο καταραμένο νερό. Προτού το χωριό πάρει χαμπάρι, χύθηκε ολάκερο και κάλυψε τη γύρω περιοχή, έτσι που το βράδυ η επιφάνεια της θάλασσας έλαμπε λες κι είχε στολιστεί για να γιορτάσει. Νεκρά ψάρια αρχίσαν να ξεβράζονται στην ακτή, μικρά, μεγάλα, ως και τα σκυλόψαρα που είχαν μαζευτεί για να γευτούν το αίμα των κουφαριών της στεριάς. Το λάδι το κακό, το χημικό, κατέτρωγε τον πυθμένα, κι η θαλάσσια ζωή νεκρώθηκε από πάνω ως κάτω. Έμεινε μια θάλασσα νεκρή, άδεια, αποστειρωμένη. Τούτο το έβλεπε η γριά, μα δεν της αρκούσε. Ασίγαστο έκαιγε το πάθος μέσα της, ακαταλάγιαστο το μίσος που είχε.

            Σαν έμαθε το χωριό τι είχε κάνει, ξεσηκώθηκε πια εναντίον της. Πρώτα πιάσανε την τρελή, τη μάγισσα, την έσυραν έξω από το σπίτι της και τη λιθοβόλησαν. Μπούκαραν ύστερα στο αρχοντικό της Ματζαπετάνισσας και κάναν μεγάλο σαματά, που κράτησε ώρα πολλή. Φωνάζαν πως πήρε τον δρόμο του Σατανά και τους κατέστρεψε την ακτή. Στο τέλος τής βάλανε όρο: θα έφευγε εξορία ή θα την έδιωχναν εκείνοι, ή χειρότερα. Μα το αυτί της Ματζαπετάνισσας δεν ίδρωσε καθόλου: «Μαύροι, παλιόσκυλα, έτσι είστε λοιπόν! Σας μάζεψε ο άντρας μου από τα σκατά και σας έκανε ανθρώπους! Η κλήρα μου, τ’ άγιο σπιτικό μου, όλα χάθηκαν, τίποτα σιμά σας δεν φυτρώνει! Καταραμένοι να ’στε κι εσείς κι οι απογόνοι σας! Ανάγκη δεν σας έχω! Μονάχη θα το σβήσω και τ’ αρχοντικό και όλα μου, στάχτη και μπούρμπερη θα τα κάνω! Το στολίδι του χωριού σάς το παίρνω πίσω μια για πάντα, δεν ήσασταν άξιοι ποτέ σας να το ’χετε!»

            Και με τα λόγια αυτά άρπαξε ευθύς το λούξι και το πέταξε στο παράθυρο, κι έσπασε αυτό και χύθηκε το πετρέλαιο επάνω στις παχιές βελούδινες κουρτίνες. Λαμπάδιασε το ύφασμα, πήραν φωτιά το χαλί κι η φλοκάτη του καναπέ. Έντρομες οι κυράδες μπήξαν τις τσιρίδες και τρέξαν να σωθούν συμπαρασύροντας τους άντρες, κι όλοι μαζί συνωστίστηκαν στην πόρτα. Κουτρουβαλήσανε ο ένας πάνω στον άλλο, κάποιοι πέσαν χάμω και ποδοπατηθήκαν, με το ζόρι ανάσαιναν. Η Ματζαπετάνισσα, ψύχραιμη και αγέρωχη, ίδια η μπουρλοτιέρισσα η Μπουμπουλίνα, σκορπούσε τη φωτιά από δωμάτιο σε δωμάτιο μ’ ένα πρόχειρο δαδί, ώσπου οι φλόγες υψώθηκαν ως απάνω στη στέγη και αγκάλιασαν το κτίριο ολόκληρο.

            Αφού χάζεψε για λίγο τη φωτιά, που το μέγεθός της έκανε τη νύχτα να μοιάζει με μέρα, πήρε το δερμάτινο καμτσίκι απ’ τη στάνη κι άρχισε τον κατήφορο για την παραλία. Άνθρωπος δεν τόλμησε να την ακολουθήσει, είχαν σκιαχτεί απ’ το δαιμονικό της. Το φεγγάρι δέσποζε ολόγιομο, αγνό· φώτιζε τον δρόμο της με ασημένιο φως· φώτιζε και το αμετανόητο πρόσωπό της.

            «Καριόλα, εσύ τα φταις» είπε μόλις έφτασε στη θάλασσα. «Τον Νικόλα Ματζαπετάκη ήθελες να πειράξεις; Το καμάρι, το βλαστάρι μου, το άστρο της ζωής μου; Είχες ξαναδεί μωρή πιο όμορφο παλικάρι ποτέ σου, πιο αγνό, πιο καλοσυνάτο; Νόμιζες ότι αν τον έπνιγες θα γινότανε δικός σου; Εσένανε, μιας καταβόθρας, που νόμισε ότι μπορεί ν’ απλώσει χέρι στο παιδί μου; Κοίτα πως κατάντησες, μια σούδα με βρομόνερα έγινες! Καταραμένη για πάντα να ’σαι!» είπε και κατέβασε με δύναμη το καμτσίκι, αφήνοντας ένα ηχηρό μαστίγωμα στα ταραγμένα νερά.

            Ο άνεμος δυνάμωσε απότομα. Η θάλασσα φουρτούνιασε, έμοιαζε να διαμαρτύρεται για τ’ ακατάπαυστα μαστιγώματα, και τις βρισιές που με μίσος τυφλό ξεστόμιζε η αλλοπαρμένη μάνα. Κύμα σηκώθηκε ψηλό, που έσκαγε με δύναμη στην ακτή στοχεύοντας τα πόδια της. Αίμα έβγαινε από τις παλάμες της, το μαστίγιο τής γλιστρούσε απ’ τα χέρια. Όρμησε καταπάνω στη μανιασμένη θάλασσα και βούτηξε άφοβα στα σκοτάδια της. «Με τα χέρια μου θα σε τελειώσω, σκρόφα!» ούρλιαζε καθώς πάλευε με μένος τα κύματα. Ο ουρανός από πάνω έριχνε αστραπές σαν φωτεινά δίχτυα που γράπωναν τη γη· κι ο αέρας, το σκοτάδι, η λάμψη, η βοή, κράτησαν μέχρι το πρώτο φως της μέρας.

            Το πρωί τη βρήκανε νεκρή στην αμμουδιά. Για μέρες δεν σηκώθηκε το παραμικρό αγέρι. Η θάλασσα έμενε ακύμαντη, αρυτίδιαστη, σαν κατάκοιτη στα τελευταία της. Οι τράτες, τα ψαροκάικα, τα εμπορικά, δεν μπόραγαν να σαλπάρουν.

            Το χωριό ψιθύριζε. Δύο εβδομάδες μετά, ο παπάς έδωσε σιωπηλά τη συγκατάθεσή του. Νύχτα ξεθάψαν τη σορό της απ’ το νεκροταφείο και την ανέβασαν επάνω στο παπούρι του βουνού, να τη θάψουν κάτω απ’ τις φυλλωσιές των δέντρων, να ’ναι καλά κρυμμένη, μην τη βλέπει η θάλασσα και τρομάζει και μείνει ακίνητη για πάντα. Μόνο τότε άρχισαν και πάλι να σαλεύουν τα νερά, κι ο κόσμος βρήκε την υγειά του.

            Και τότε είπαν όλοι πως, ναι, η γριά πάλεψε με τη θάλασσα, και τη νίκησε.


Πέμπτη 9 Ιουνίου 2022

Τελευταία Ευκαιρία

 

| 1.250 λέξεις |
| εμπνευσμένο από μια κοπέλα που δούλευε ταμείο στα ΑΒ
 |

    

     Οδοντόκρεμα, γιαούρτι, σφουγγαράκια.

     Έπρεπε να βάλω κάτι καλύτερο πριν βγω. Με την κουρελαρία που φοράω θα με νομίσουν για κανένα φτωχομπινέ σαν του λόγου τους. Σάμπως με νοιάζει, δεν παν να ψοφήσουν όλοι τους; Κοίτα το νεαρό δίπλα μου πόσο προσεγμένος κυκλοφορεί, πασαρέλα νομίζει είναι το σουπερμάρκετ; Θα βγάλεις γκόμενα στα αλλαντικά φίλε; Γαμώτο, γιατί γύρισε απότομα προς τα εμένα; Πάλι κοιτάω παρατεταμένα φαίνεται. Ή μήπως μου ξέφυγε πάλι και το είπα δυνατά; Εντάξει, εντάξει, προχωράω, θα με δείρεις κιόλας; Ρε κοίτα ένα τσογλάνι...

     Καφέ έχω; Ας πάρω καλύτερα, κι ας έχω παραπάνω. Πρέπει το ράφι της κουζίνας να είναι γεμάτο. Τα ράφια του μπάνιου, τα καθαριστικά, το ψυγείο, οι ντουλάπες, τα συρτάρια, το καθιστικό, τα θέλω όλα στην εντέλεια όταν σπάσουν την πόρτα. Πες το τέχνασμα, τερτίπι, κουτσουκέλα, όμως για κάποιο λόγο θέλω το σπίτι να είναι άψογο. Θέλω να ξύνουν τις χοντροκεφάλες τους με απορία, να κοιτάζονται μεταξύ τους και να μην βρίσκουν άκρη. Ούτε κόκκο σκόνης δεν άφησα μετά το χθεσινό καθάρισμα. Άντε βγάλτε άκρη μετά με τα κίνητρα και το προφίλ του εκλιπόντος, σας προκαλώ. Καμία εξήγηση δεν σας χρωστάω.

     Χαρτί κουζίνας, φρυγανιές, βιτάμ... Φυστικοβούτυρο; Ναι, το κριτσανιστό. Τελείωσε ρε γαμώτο; Α να, έχει μείνει ένα τελευτ... που να χαθείς γκιόσα! Τι χώνεσαι έτσι; Με είδες που στεκόμουν μπροστά στο ράφι, γιατί δεν περιμένεις την σειρά σου; Φταίω εγώ τώρα να ορμήσω και να στο πάρω απ’ το καλάθι; Στο λαιμό να σου κάτσει!

     Πάλι τρώγομαι μονάχος μου. Τι σημασία έχει αν είναι το κρεμώδες ή το κριτσανιστό, αφού δεν θα φάω μπουκιά. Σήμερα είναι η μέρα, το πήρα απόφαση πάει και τελείωσε. Έδωσα ευκαιρίες, δεν έδωσα; Περίμενα υπομονετικά για ένα σημάδι ότι τα πράγματα θα αλλάξουν. Περίμενα και περίμενα και περίμενα αγνοώντας την ξεραΐλα μέσα μου, πέρασαν χρόνια χωρίς το σύμπαν να βγάλει κιχ. Ούτε φίλους απέκτησα ούτε λεφτά, ακόμη μισώ τη δουλειά μου και το μέρος που μένω. Αν ήθελε ο Θεός θα κουνούσε το δαχτυλάκι του κι εγώ θα το έπαιρνα το μήνυμα. Άρα είτε δεν υπάρχει Θεός, είτε απλά δεν νοιάζεται. Σήμερα είναι η μέρα και μην πείτε ότι δεν προσπάθησα.

     Ακόμα και η ουρά στο ταμείο είναι ανυπόφορη. Μου θυμίζει την ουρά ενός θηρίου. Όσο περιμένω μου δίνεται η ευκαιρία να παρατηρήσω καλύτερα τους ανθρώπους κι αποκαρδιώνομαι ακόμη περισσότερο. Η γριά στη διπλανή γραμμή ας πούμε: δέρμα ζαρωμένο σαν ξεροχώραφο που έχει να δει βροχή δυο αιώνες. Κάθε της βήμα ανεβαίνει ανήφορο, πώς κρατιέται ακόμη στη ζωή; Τι περιμένει ακόμα; Έχει κάποιον να μοιραστεί τα φτηνά μπισκότα που πήρε απ’ το ράφι με την έκπτωση, ή την περιμένει ένας μοναχικός θάνατος στην κάμαρη του σπιτιού της; Ο άλλος ο πικραμένος μπροστά μου, ο μεροκαματιάρης; Κοίταξέ τον, δεν έχει προλάβει ούτε να βγάλει τη στολή εργασίας, που φοράει σαν στολή φυλακής. Του ρούφηξε η φάμπρικα τη ζωή και δεν του άφησε μια στάλα. Έτσι καμπουριαστός που στέκεται μου θυμίζει κερί εκκλησίας: κακοφτιαγμένο σκαρί, μουντό χρώμα, με μια θλιβερή φλογίτσα στην κορυφή· όσο η φλογίτσα κατεβαίνει τόσο εκείνος κυρτώνει και πλαδαρεύει. Στο τέλος θα τον βρουν με το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια. Όχι ότι καλοπερνάω οικονομικά, αλλά αν έπεφτα ποτέ στον φαύλο κύκλο της βιοπάλης – της εξοντωτικής χειρωνακτικής εργασίας - θα είχα πάρει την απόφαση πολύ νωρίτερα.

     Έξω χιονίζει, έχουμε γιορτές. Κόσμος περιδιαβαίνει μπροστά στις βιτρίνες, ζαλίζεται από τα Χριστουγεννιάτικα φώτα και σπεύδει να αδειάσει τις τσέπες του από το γιορτινό χρήμα. Δεν ξεγελιέμαι όμως, ξέρω να αναγνωρίζω το κρυμμένο ψέμα. Πίσω από τα χαμόγελα και το φως κρύβεται ένας ασύδοτος εγωισμός. Κανείς δεν νοιάζεται για τον συνάνθρωπο, μόνο το κέρδος τους ενδιαφέρει. Η κοινωνία μας έχει μετατραπεί σε θηρίο, κι εγώ καβαλάω την ουρά του μια τελευταία φορά. Επιτέλους ήρθε η σειρά μου. Στο ταμείο. Ας αντικρύσω την κακάσχημη γεροντοκόρη που θα με εξυπηρετήσει. Ειλικρινά, αρχίζω να πιστεύω ότι οργανώνουν αντι-καλλιστεία για να προσλάβουν τις πιο...

     Βλέπω καλά; Μήπως φαντάζομαι πράγματα;

     Αυτή είναι... όμορφη! Και γλυκιά! Ένα κορίτσι δροσάτο σαν κρυστάλλινη πηγή, φρέσκο σαν ανοιξιάτικο πρωινό. Τι ωραία που έχει πιάσει τα μαλλιά της σε γαλλική πλεξούδα, και τι προσεγμένη που έχει την στολή της. Ως κι ο τρόπος που περνάει τα προϊόντα από το ταμείο έχει κάτι το αέρινο. Όσο πλησιάζω δείχνει όλο και πιο ψεύτικη. Ανοίγει το στόμα της, κάτι θα πει. Γιατί αισθάνομαι σαν ξεχαρβαλωμένο ρολόι;

     «Καλησπέρα σας, έχετε κάρτα Άλφα-Βήτα;»

     Για δες. Στράγγιξε ο χείμαρρος των λέξεων που έρεε ακατάσχετα μέσα μου. Χρόνια θαμμένος κάτω από τις σκέψεις μου έχω ατροφήσει· χρειάζεται να δώσω σκληρό αγώνα για να βγω στην επιφάνεια, έξω στον αφρό όπου με καλεί η γοργόνα. Πώς με κοιτάει έτσι συμπονετικά, με μάτια που φωτίζουν το σκοτάδι της σπηλιάς που αποκαλώ ψυχή. Ζαλίζομαι, ίσα που καταφέρνω να ψελλίσω:

     «Όχι...»

     Ε πες κάτι ακόμα! Το “όχι” είναι υπερβολικά απότομο, θα σε περάσει για μονόχνωτο!

     «...δηλαδή έχω...»

     Τι μάτια είναι αυτά μάνα μου; Πώς να σου απευθύνω τον λόγο χωρίς ντροπή; Ας πέθαινα κι ας ξαναγεννιόμουν λίγο πιο άξιος για να σταθώ ενώπιόν σου.

     «...έχω βγάλει, απλά δεν την έχω... τώρα μαζί μου».

     Τι βλάκας που είσαι! Βλάκας, βλάκας, βλάκας! Κεκεδίζεις ασυναρτησίες! Θαρρείς πως την νοιάζει; Ένα “όχι” αρκούσε! Τώρα θα νομίζει πως είσαι ηλίθιος! Έναν κεραυνό χρειάζομαι, να με χτυπήσει επιτόπου και να γίνω στήλη μαύρου καπνού, να σβηστώ απ’ την μνήμη της για πάντα.

     «Α, κρίμα, γιατί βλέπω έχετε πάρει το κρεμώδες φυστικοβούτυρο. Το συγκεκριμένο έχει τριπλάσιους πόντους γιατί δεν πουλάει πολύ, ξέρετε».

     Χαμογελάει. Δεν το πιστεύω, χαμογελάει. Τι πλάσμα είναι τούτο; Πώς κατέληξε σ’ αυτήν την θλιβερή τρύπα του ανθρώπινου πολιτισμού; Γλυφάδα, Κηφισιά, Φιλοθέη, αυτές είναι περιοχές για εσένα κούκλα μου! Το σανίδι του θεάτρου, το πανί του κινηματογράφου, αυτά σου πρέπουν για να φιλοξενήσουν το φεγγοβόλημά σου!

     «Μπορώ, αν θέλετε, να περάσω τους πόντους χειροκίνητα. Θα μου πείτε το σταθερό σας τηλέφωνο;»

     Ό,τι με προστάζει κάνω! Της το λέω σαν να απαγγέλλω τον Εθνικό Ύμνο ενώπιον των Αρχηγών του Κράτους! Λες και δίνω οντισιόν στο Εθνικό Θέατρο! Καθαρή άρθρωση, σταθερή φωνή, αποφασιστικότητα, σαν να υπαγορεύω τους κωδικούς για εκτόξευση πυρηνικού πυραύλου!

     «Πολύ ωραία, αυξήσατε και τους πόντους σας! Είναι είκοσι τρία και ενενήντα παρακαλώ».

     Πληρώνω, ευχαριστώ και τεντώνω το βλέμμα μου μισό δευτερόλεπτο παραπάνω, να χορτάσω την εικόνα της, να πάρω λίγη και για το σπίτι. Με πόσο κόπο φέρνω το ένα πόδι μπροστά από το άλλο, κάθε βήμα με απομακρύνει από εκείνη, νιώθω μωρό που το παίρνουν από την αγκαλιά της μάνας του, βλέπω τον ομφάλιο λώρο να τεντώνει βίαια και να σπάει: αντίο καλή μου.

     Ούτε που ξέρω πώς έφτασα σπίτι. Η πόρτα κλείνει πίσω μου. Παραμένω όρθιος με τις σακούλες κρεμασμένες στα χέρια. Είμαι μια κρεμαστή γέφυρα στη μέση του χολ. Το μυαλό μου έχει κολλήσει, αγωνίζομαι να θυμηθώ γιατί μπήκα στο δωμάτιο. Γιατί ήρθα στη ζωή; Τι νόημα έχουν όλα τούτα εάν τελειώνουν τόσο άδοξα; Από δω που στέκομαι φαίνεται στο υπνοδωμάτιο η σακούλα, τα υπνωτικά χάπια και το σκοινί που με περιμένουν επάνω στο κρεβάτι. Δεν είμαι ο ίδιος που βγήκε προ ολίγου απ’ το σπίτι, δεν ξέρω ποιος θα είμαι αύριο. Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν θα ήταν εκείνη ξαπλωμένη στο κρεβάτι.

     Ο χρόνος κυλάει από δίπλα μου σαν ποταμός κι εγώ σιγοβράζω κάτω βαθιά, ανάμεσα στις τεκτονικές πλάκες. Δεν ξεχωρίζω τα λεπτά απ’ τις ώρες, τις ώρες απ’ τις μέρες, τις μέρες απ’ τις νύχτες. Δεν ξεχωρίζω το πάνω απ’ το κάτω, το μέσα απ’ το έξω. Θυμάμαι το μέσα μου να είναι άδειο, κι όλα έξω να έχουν γεύση πίκρας και απώλειας. Όχι πια. Τώρα νιώθω να φωλιάζει μέσα μου η ελπίδα. Έξω... ποιος ξέρει;

     Μήπως βρήκα έναν λόγο να περιμένω λίγο ακόμα;


Που Να Μη Σώσεις, Θάλασσα

|  2.400 λέξεις | Εμπνευσμένο από το διήγημα   "Μία βεντέτα"   του Γκυ Ντε Μωπασάν |  Στον σφακιανό κόσμο, όσοι κατάγονταν από μ...