Πέμπτη 9 Ιουνίου 2022

Τελευταία Ευκαιρία

 

| 1.250 λέξεις |
| εμπνευσμένο από μια κοπέλα που δούλευε ταμείο στα ΑΒ
 |

    

     Οδοντόκρεμα, γιαούρτι, σφουγγαράκια.

     Έπρεπε να βάλω κάτι καλύτερο πριν βγω. Με την κουρελαρία που φοράω θα με νομίσουν για κανένα φτωχομπινέ σαν του λόγου τους. Σάμπως με νοιάζει, δεν παν να ψοφήσουν όλοι τους; Κοίτα το νεαρό δίπλα μου πόσο προσεγμένος κυκλοφορεί, πασαρέλα νομίζει είναι το σουπερμάρκετ; Θα βγάλεις γκόμενα στα αλλαντικά φίλε; Γαμώτο, γιατί γύρισε απότομα προς τα εμένα; Πάλι κοιτάω παρατεταμένα φαίνεται. Ή μήπως μου ξέφυγε πάλι και το είπα δυνατά; Εντάξει, εντάξει, προχωράω, θα με δείρεις κιόλας; Ρε κοίτα ένα τσογλάνι...

     Καφέ έχω; Ας πάρω καλύτερα, κι ας έχω παραπάνω. Πρέπει το ράφι της κουζίνας να είναι γεμάτο. Τα ράφια του μπάνιου, τα καθαριστικά, το ψυγείο, οι ντουλάπες, τα συρτάρια, το καθιστικό, τα θέλω όλα στην εντέλεια όταν σπάσουν την πόρτα. Πες το τέχνασμα, τερτίπι, κουτσουκέλα, όμως για κάποιο λόγο θέλω το σπίτι να είναι άψογο. Θέλω να ξύνουν τις χοντροκεφάλες τους με απορία, να κοιτάζονται μεταξύ τους και να μην βρίσκουν άκρη. Ούτε κόκκο σκόνης δεν άφησα μετά το χθεσινό καθάρισμα. Άντε βγάλτε άκρη μετά με τα κίνητρα και το προφίλ του εκλιπόντος, σας προκαλώ. Καμία εξήγηση δεν σας χρωστάω.

     Χαρτί κουζίνας, φρυγανιές, βιτάμ... Φυστικοβούτυρο; Ναι, το κριτσανιστό. Τελείωσε ρε γαμώτο; Α να, έχει μείνει ένα τελευτ... που να χαθείς γκιόσα! Τι χώνεσαι έτσι; Με είδες που στεκόμουν μπροστά στο ράφι, γιατί δεν περιμένεις την σειρά σου; Φταίω εγώ τώρα να ορμήσω και να στο πάρω απ’ το καλάθι; Στο λαιμό να σου κάτσει!

     Πάλι τρώγομαι μονάχος μου. Τι σημασία έχει αν είναι το κρεμώδες ή το κριτσανιστό, αφού δεν θα φάω μπουκιά. Σήμερα είναι η μέρα, το πήρα απόφαση πάει και τελείωσε. Έδωσα ευκαιρίες, δεν έδωσα; Περίμενα υπομονετικά για ένα σημάδι ότι τα πράγματα θα αλλάξουν. Περίμενα και περίμενα και περίμενα αγνοώντας την ξεραΐλα μέσα μου, πέρασαν χρόνια χωρίς το σύμπαν να βγάλει κιχ. Ούτε φίλους απέκτησα ούτε λεφτά, ακόμη μισώ τη δουλειά μου και το μέρος που μένω. Αν ήθελε ο Θεός θα κουνούσε το δαχτυλάκι του κι εγώ θα το έπαιρνα το μήνυμα. Άρα είτε δεν υπάρχει Θεός, είτε απλά δεν νοιάζεται. Σήμερα είναι η μέρα και μην πείτε ότι δεν προσπάθησα.

     Ακόμα και η ουρά στο ταμείο είναι ανυπόφορη. Μου θυμίζει την ουρά ενός θηρίου. Όσο περιμένω μου δίνεται η ευκαιρία να παρατηρήσω καλύτερα τους ανθρώπους κι αποκαρδιώνομαι ακόμη περισσότερο. Η γριά στη διπλανή γραμμή ας πούμε: δέρμα ζαρωμένο σαν ξεροχώραφο που έχει να δει βροχή δυο αιώνες. Κάθε της βήμα ανεβαίνει ανήφορο, πώς κρατιέται ακόμη στη ζωή; Τι περιμένει ακόμα; Έχει κάποιον να μοιραστεί τα φτηνά μπισκότα που πήρε απ’ το ράφι με την έκπτωση, ή την περιμένει ένας μοναχικός θάνατος στην κάμαρη του σπιτιού της; Ο άλλος ο πικραμένος μπροστά μου, ο μεροκαματιάρης; Κοίταξέ τον, δεν έχει προλάβει ούτε να βγάλει τη στολή εργασίας, που φοράει σαν στολή φυλακής. Του ρούφηξε η φάμπρικα τη ζωή και δεν του άφησε μια στάλα. Έτσι καμπουριαστός που στέκεται μου θυμίζει κερί εκκλησίας: κακοφτιαγμένο σκαρί, μουντό χρώμα, με μια θλιβερή φλογίτσα στην κορυφή· όσο η φλογίτσα κατεβαίνει τόσο εκείνος κυρτώνει και πλαδαρεύει. Στο τέλος θα τον βρουν με το κεφάλι ανάμεσα στα πόδια. Όχι ότι καλοπερνάω οικονομικά, αλλά αν έπεφτα ποτέ στον φαύλο κύκλο της βιοπάλης – της εξοντωτικής χειρωνακτικής εργασίας - θα είχα πάρει την απόφαση πολύ νωρίτερα.

     Έξω χιονίζει, έχουμε γιορτές. Κόσμος περιδιαβαίνει μπροστά στις βιτρίνες, ζαλίζεται από τα Χριστουγεννιάτικα φώτα και σπεύδει να αδειάσει τις τσέπες του από το γιορτινό χρήμα. Δεν ξεγελιέμαι όμως, ξέρω να αναγνωρίζω το κρυμμένο ψέμα. Πίσω από τα χαμόγελα και το φως κρύβεται ένας ασύδοτος εγωισμός. Κανείς δεν νοιάζεται για τον συνάνθρωπο, μόνο το κέρδος τους ενδιαφέρει. Η κοινωνία μας έχει μετατραπεί σε θηρίο, κι εγώ καβαλάω την ουρά του μια τελευταία φορά. Επιτέλους ήρθε η σειρά μου. Στο ταμείο. Ας αντικρύσω την κακάσχημη γεροντοκόρη που θα με εξυπηρετήσει. Ειλικρινά, αρχίζω να πιστεύω ότι οργανώνουν αντι-καλλιστεία για να προσλάβουν τις πιο...

     Βλέπω καλά; Μήπως φαντάζομαι πράγματα;

     Αυτή είναι... όμορφη! Και γλυκιά! Ένα κορίτσι δροσάτο σαν κρυστάλλινη πηγή, φρέσκο σαν ανοιξιάτικο πρωινό. Τι ωραία που έχει πιάσει τα μαλλιά της σε γαλλική πλεξούδα, και τι προσεγμένη που έχει την στολή της. Ως κι ο τρόπος που περνάει τα προϊόντα από το ταμείο έχει κάτι το αέρινο. Όσο πλησιάζω δείχνει όλο και πιο ψεύτικη. Ανοίγει το στόμα της, κάτι θα πει. Γιατί αισθάνομαι σαν ξεχαρβαλωμένο ρολόι;

     «Καλησπέρα σας, έχετε κάρτα Άλφα-Βήτα;»

     Για δες. Στράγγιξε ο χείμαρρος των λέξεων που έρεε ακατάσχετα μέσα μου. Χρόνια θαμμένος κάτω από τις σκέψεις μου έχω ατροφήσει· χρειάζεται να δώσω σκληρό αγώνα για να βγω στην επιφάνεια, έξω στον αφρό όπου με καλεί η γοργόνα. Πώς με κοιτάει έτσι συμπονετικά, με μάτια που φωτίζουν το σκοτάδι της σπηλιάς που αποκαλώ ψυχή. Ζαλίζομαι, ίσα που καταφέρνω να ψελλίσω:

     «Όχι...»

     Ε πες κάτι ακόμα! Το “όχι” είναι υπερβολικά απότομο, θα σε περάσει για μονόχνωτο!

     «...δηλαδή έχω...»

     Τι μάτια είναι αυτά μάνα μου; Πώς να σου απευθύνω τον λόγο χωρίς ντροπή; Ας πέθαινα κι ας ξαναγεννιόμουν λίγο πιο άξιος για να σταθώ ενώπιόν σου.

     «...έχω βγάλει, απλά δεν την έχω... τώρα μαζί μου».

     Τι βλάκας που είσαι! Βλάκας, βλάκας, βλάκας! Κεκεδίζεις ασυναρτησίες! Θαρρείς πως την νοιάζει; Ένα “όχι” αρκούσε! Τώρα θα νομίζει πως είσαι ηλίθιος! Έναν κεραυνό χρειάζομαι, να με χτυπήσει επιτόπου και να γίνω στήλη μαύρου καπνού, να σβηστώ απ’ την μνήμη της για πάντα.

     «Α, κρίμα, γιατί βλέπω έχετε πάρει το κρεμώδες φυστικοβούτυρο. Το συγκεκριμένο έχει τριπλάσιους πόντους γιατί δεν πουλάει πολύ, ξέρετε».

     Χαμογελάει. Δεν το πιστεύω, χαμογελάει. Τι πλάσμα είναι τούτο; Πώς κατέληξε σ’ αυτήν την θλιβερή τρύπα του ανθρώπινου πολιτισμού; Γλυφάδα, Κηφισιά, Φιλοθέη, αυτές είναι περιοχές για εσένα κούκλα μου! Το σανίδι του θεάτρου, το πανί του κινηματογράφου, αυτά σου πρέπουν για να φιλοξενήσουν το φεγγοβόλημά σου!

     «Μπορώ, αν θέλετε, να περάσω τους πόντους χειροκίνητα. Θα μου πείτε το σταθερό σας τηλέφωνο;»

     Ό,τι με προστάζει κάνω! Της το λέω σαν να απαγγέλλω τον Εθνικό Ύμνο ενώπιον των Αρχηγών του Κράτους! Λες και δίνω οντισιόν στο Εθνικό Θέατρο! Καθαρή άρθρωση, σταθερή φωνή, αποφασιστικότητα, σαν να υπαγορεύω τους κωδικούς για εκτόξευση πυρηνικού πυραύλου!

     «Πολύ ωραία, αυξήσατε και τους πόντους σας! Είναι είκοσι τρία και ενενήντα παρακαλώ».

     Πληρώνω, ευχαριστώ και τεντώνω το βλέμμα μου μισό δευτερόλεπτο παραπάνω, να χορτάσω την εικόνα της, να πάρω λίγη και για το σπίτι. Με πόσο κόπο φέρνω το ένα πόδι μπροστά από το άλλο, κάθε βήμα με απομακρύνει από εκείνη, νιώθω μωρό που το παίρνουν από την αγκαλιά της μάνας του, βλέπω τον ομφάλιο λώρο να τεντώνει βίαια και να σπάει: αντίο καλή μου.

     Ούτε που ξέρω πώς έφτασα σπίτι. Η πόρτα κλείνει πίσω μου. Παραμένω όρθιος με τις σακούλες κρεμασμένες στα χέρια. Είμαι μια κρεμαστή γέφυρα στη μέση του χολ. Το μυαλό μου έχει κολλήσει, αγωνίζομαι να θυμηθώ γιατί μπήκα στο δωμάτιο. Γιατί ήρθα στη ζωή; Τι νόημα έχουν όλα τούτα εάν τελειώνουν τόσο άδοξα; Από δω που στέκομαι φαίνεται στο υπνοδωμάτιο η σακούλα, τα υπνωτικά χάπια και το σκοινί που με περιμένουν επάνω στο κρεβάτι. Δεν είμαι ο ίδιος που βγήκε προ ολίγου απ’ το σπίτι, δεν ξέρω ποιος θα είμαι αύριο. Σε κάποιο παράλληλο σύμπαν θα ήταν εκείνη ξαπλωμένη στο κρεβάτι.

     Ο χρόνος κυλάει από δίπλα μου σαν ποταμός κι εγώ σιγοβράζω κάτω βαθιά, ανάμεσα στις τεκτονικές πλάκες. Δεν ξεχωρίζω τα λεπτά απ’ τις ώρες, τις ώρες απ’ τις μέρες, τις μέρες απ’ τις νύχτες. Δεν ξεχωρίζω το πάνω απ’ το κάτω, το μέσα απ’ το έξω. Θυμάμαι το μέσα μου να είναι άδειο, κι όλα έξω να έχουν γεύση πίκρας και απώλειας. Όχι πια. Τώρα νιώθω να φωλιάζει μέσα μου η ελπίδα. Έξω... ποιος ξέρει;

     Μήπως βρήκα έναν λόγο να περιμένω λίγο ακόμα;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Που Να Μη Σώσεις, Θάλασσα

|  2.400 λέξεις | Εμπνευσμένο από το διήγημα   "Μία βεντέτα"   του Γκυ Ντε Μωπασάν |  Στον σφακιανό κόσμο, όσοι κατάγονταν από μ...