Τρίτη 31 Μαΐου 2022

Κουβανέζικα Χριστούγεννα

 

695 λέξεις | γραμμένο το 2021 σε σεμινάριο γραφής | 


     Τρεις Γέφυρες, Αχαρνών και Βικέλα. Βράδυ, παραμονή Χριστουγέννων. Ο Στέλιος έχει παρκάρει το Σιτροέν στην άκρη του δρόμου, όσο περιμένουμε σαν τους μπούφους στο κρύο. Τον πιάνω να κοιτάει τον κώλο μιας περαστικής νταρντανοαφρικάνας. Κανονικά δεν θα έπρεπε να με νοιάζει. Δεν είναι δικό μου πρόβλημα πια ο Στέλιος. Αλλά και πάλι με ενοχλεί. Τον ξαναρωτάω πάλι τα ίδια, να τον εκνευρίσω και να του αποσπάσω την προσοχή....

     «Έλα ρε Ασπασία, αφού τα είπαμε! Το Citroën DS 57 είναι παλιό, συλλεκτικό μοντέλο. Για κάποιο λόγο αυτός ο Κουβανός δίνει πολλά για το αποκτήσει».

     «Αφού έχει λεφτά τότε τι δουλειά έχει με το δικό μας σαράβαλο; Γιατί δεν παίρνει μια αμαξάρα να τελειώνει;»

     «Ξέρω γω; Μπορεί να είναι συλλέκτης. Ίσως θέλει μόνο το σκαρί, και τα υπόλοιπα θα τα βάλει καινούργια».

     Κούβα, σκέφτομαι. Μόνο παλιά αμάξια κυκλοφορούν στους δρόμους, παντού παίζει ρούμπα, τρόβα, σάλσα. Ζεστός ήλιος χειμώνα-καλοκαίρι, τρως φρέσκα φρούτα και πίνεις ρούμι απ’ το μεσημέρι. Καμία σχέση με αυτήν την σαπίλα.

     Από δίπλα μας περνάει ένα κουτσουρεμένο παπί με πειραγμένη εξάτμιση. Αν η φτώχεια είχε ήχο, σκέφτομαι, θα ήταν εξάτμιση από μηχανάκι. Τυλίγω καλύτερα το κασκόλ γύρω από το λαιμό και τ’ αφτιά μου. Κάνει παγωνιά.

     Το Σιτροέν το πήραμε μαζί από τη μάντρα με διακόσια ευρώ. Άλλα διακόσια επισκευή και κατάφερε να βγάλει δυο χρόνια. Τουλάχιστον είχαμε αμάξι. Τον Στέλιο δεν ξέρω που τον βρήκα, αλλά έπρεπε να καταλάβω απ’ την αρχή ότι είναι για τα παλιοσίδερα. Με χτυπούσε κι εγώ καθόμουν, γιατί; Ήμουν ηλίθια τότε, ντουβάρι όρθιο. Καλά έκανα και τις έτρωγα λοιπόν. Μόνο έτσι μαθαίνω.

     «Ωραίο να είσαι τόσο πλούσιος», λέω, «έρχεσαι από την άλλη άκρη του κόσμου για διακοπές, και αγοράζεις κι ένα αμάξι στον γυρισμό».

     «Ναι, σίγουρα».

     «Λες να είναι καλός άνθρωπος, ή καθίκι;»

     «Πού να ξέρω. Ας έρθει απόψε με τα λεφτά, κι ας είναι ό,τι θέλει» λέει ανόρεχτα.

     «Εσύ, που δεν έχεις λεφτά, τι πιστεύεις; Είσαι καλός άνθρωπος ή καθίκι;»

     Καταλαβαίνει τον υπαινιγμό, αλλά δεν νευριάζει. Περίεργο.

    

     «Κάποτε νόμιζα ότι τα λεφτά τον χαλάνε τον άνθρωπο. Τελικά δεν έχει να κάνει. Λίγα είναι τα πράγματα που μας κάνουν ευτυχισμένους. Όποιοι τα έχουν, τους παίρνει να είναι καλοί και πονόψυχοι. Οι υπόλοιποι γινόμαστε άγρια θηρία κυνηγώντας τα».

     Δεν τον έχω ξαναδεί τόσο προβληματισμένο. Πολύ διαφορετικός από τότε που έμπαινε σπίτι νευριασμένος για το τίποτα, έσπαγε πράγματα και εξαφανιζόταν χωρίς εξηγήσεις.

     «Αυτά τα λίγα πράγματα που λες... Γι’ αυτό τα βράδια κυνηγούσες άλλες;»

     Φτύνει το τσιγάρο που κρέμεται σβηστό στα χείλη του και βγάζει το επόμενο από το πακέτο στην μπροστινή τσέπη του μπουφάν του.

     «Έχουμε χωρίσει πόσο καιρό, δεν έχω λόγο να πω ψέματα. Ποτέ μου δεν σε απάτησα, ήμουν πιστός. Εντάξει;»

     Θέλω να τον πιστέψω, αλλά δεν μπορώ.

     «Ας πούμε κάτι πιο εύθυμο. Τι σκοπεύεις να κάνεις με τα δικά σου πέντε, Ασπασία;»

     Εννοεί τις δικές μου πέντε χιλιάδες ευρώ. Δέκα χιλιάδες του είπαν ότι δίνει ο Κουβανός.

     «Θα φύγω από την Αθήνα, θα πάω στο χωριό. Για κάθε ένα μήνα εδώ, εκεί περνάς τρεις. Μετά, βλέπουμε. Εσύ;»

     Δεν αποκρίνεται. Γυρίζω να τον αντικρύσω, και τι βλέπω; Ο άντρακλας ο Στέλιος έχει βάλει τα χέρια στο πρόσωπο και κλαίει, σαν μικρό παιδί. Μέσα από αναφιλητά ψελλίζει: «Έχω την Ισμήνη στο νοσοκομείο, δεν είναι καλά». Το τσιγάρο του έχει πέσει στο πάτωμα.

     «Λυπάμαι πολύ. Πόσο άσχημα είναι;»

     «Χάλια. Έχει όγκο στην καρδιά. Δύσκολη περίπτωση, πρέπει να γίνει εγχείρηση άμεσα. Αυτός ο Κουβανός ήταν δώρο Θεού, πραγματικά. Θα πάρω το πεντοχίλιαρο, θα ζητήσω δανεικά, θα βγει κάπως. Μόνο να ‘ναι καλά η αδερφούλα μου, μόνο να’ ναι καλά».

     Κι εκεί που έχω μαλακώσει, μου δίνει και το τελειωτικό χτύπημα: «Ασπασία, συγχώρησέ με. Για το πώς σου φέρθηκα, για τις σφαλιάρες, τις φωνές, για όλα, λυπάμαι πραγματικά. Δεν ήμουν εντάξει, σου αξίζουν καλύτερα, κι ελπίζω να τα βρεις».

     Εγώ σκέφτομαι πως θα με πάρουν τα κλάματα. Τόση ώρα τον ακούω να λιώνει την καρδιά του στο παγωμένο κράσπεδο, μετανιωμένος, αποκαρδιωμένος, ένα κουτάβι του Θεού. Πώς να του εξηγήσω στην κατάστασή του; Για την φάρσα που οργάνωσα, την εκδίκηση, και τώρα η Ισμήνη, πώς, πώς;..

     Ο Κουβανός δεν θα ‘ρθει. Και το χιόνι πέφτει, πέφτει, κι όπως ασπρίζει το χώμα, έτσι ας εξαγνίσει και τις ψυχές μας τούτα τα Χριστούγεννα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Που Να Μη Σώσεις, Θάλασσα

|  2.400 λέξεις | Εμπνευσμένο από το διήγημα   "Μία βεντέτα"   του Γκυ Ντε Μωπασάν |  Στον σφακιανό κόσμο, όσοι κατάγονταν από μ...