Παρασκευή 29 Απριλίου 2022

Μεσημεράκι στην Κυψέλη

 

640 λέξεις | γραμμένο το 2021 σε σεμινάριο γραφής | 
εμπνευσμένο από τον μικροσκοπικό δαίμονα των μεγαλουπόλεων 


Στο μικρό διαμέρισμα της Φωκίωνος, σε ανύποπτο χρόνο, μια ξαφνική τσιρίδα έσκισε τη μεσημεριανή ησυχία σαν κατάστηθο βέλος. Ο άντρας, που μάταια προσπαθούσε να θεραπεύσει τις πληγές της έμμισθης εργασίας με τη μέθοδο της μεσημεριανής ραστώνης, κατέφτασε αλαφιασμένος στην πόρτα του μπάνιου προς διάσωση της συγκατοίκου του. 
     «Τι έγινε ρε Ζωή, το φελέκι μου, κλέφτης μπήκε και φωνάζεις;»
H γυναίκα της ζωής του, σκαρφαλωμένη στο καπάκι της τουαλέτας, τυλιγμένη με την πετσέτα της και στολισμένη με αστραφτερές σαπουνάδες, χτένιζε με τα μάτια της την επιφάνεια του πατώματος με εντυπωσιακή ταχύτητα.
 «Κατσαρίδα πάλι;»
 «Ναι Στέλιο, κατσαρίδα πάλι! Τι περίμενες δηλαδή;»
 «Καλά καλά πάω για το σπρέι. Είδες πού πήγε;»
 «Τι ρωτάς τώρα, μπορεί να είναι οπουδήποτε! Τσακίσου να την βρεις!»
«Πάω. Εσύ εκεί θα κάτσεις; Θα μας τραγουδήσεις κάτι;»
Η γυναίκα κατέβηκε δισταχτικά από το βάθρο, σημειώνοντας το ειρωνικό σχόλιο στο αόρατο καρνέ της. Όταν θα έδιωχναν τον παρείσακτο εισβολέα, τότε θα έβλεπε τι τον περίμενε. Εκείνος μουρμούριζε:
«Κάποια στιγμή πρέπει να συνηθίσεις όμως. Στην Κυψέλη μένουμε τελοσπάντων, όχι στο Ψυχικό».
«Θες στ’ αλήθεια να την ανοίξουμε τώρα αυτήν την κουβέντα;»
Το φαρμακερό της βλέμμα έκανε μια χαρά τη δουλειά του. Ο άντρας ενέτεινε την προσοχή του στις επίμαχες γωνίες και στις ύπουλες χαραμάδες, ενώ η σύντροφός του στο κυνήγι - και τη ζωή - στεκόταν από δίπλα του και τον επέβλεπε: δεν θα του συγχωρούσε καμία τσαπατσουλιά.
«Μήπως να ρίξεις κάτι επάνω σου; Έχουμε χρόνο μέχρι να την βρω».
 «Έτσι που είμαι τώρα, τρελαμένη; Δεν υπάρχει περίπτωση. Πάνω από το πτώμα της θα ντυθώ».
«Χαχαχα!»
Ο άντρας ανέκαθεν πίστευε πως το χιούμορ λειαίνει τις αιχμηρές προεξοχές των μακροχρόνιων σχέσεων.
Εφόσον ο μουσαφίρης δεν εμφανιζόταν, το ζευγάρι ξεκίνησε να μετακινεί έπιπλα. Η εμπειρία κι οι συντονισμένες τους κινήσεις κατάφεραν τελικά να τον ξετρυπώσουν από την κρυψώνα του.
 «Άααα! Να’ την, να ‘την!»
 «Χριστέ μου, είναι τεράστια!»
 «Μια αηδία είναι, φά’ την Στέλιο, φά’ την!»
 «Μην σπρώχνεις μωρή, θα με δαγκώσει!» είπε και τέντωσε τολμηρά το χέρι του. Μα όπως στις ταινίες που καθώς ο δολοφόνος ζυγώνει, το αυτοκίνητο του ήρωα παθαίνει λόξιγκα και δεν παίρνει μπρος, έτσι και το εντομοαπωθητικό αντί για σωτήριο υγρό έβγαλε ένα θλιβερό κι ακίνδυνο ξεψύχισμα.
«Σου έχω πει να μη με λες μωρή! Μαλάκα, ε μαλάκα!»
Σφαλιάρες και βρισιές άρχισαν να πέφτουν βροχή· ακόμα κι η κατσαρίδα μπερδεύτηκε για το ποιος δέχεται επίθεση.
«Θα ηρεμήσεις λίγο; Ορίστε, μου ξέφυγε!»
«Χέστηκα για την κατσαρίδα! Εσύ φταις για όλα, που με έχεις και ζω εδώ μέσα σαν τον τρωγλοδύτη!»
«Και τι σου φταίω εγώ μωρέ που ζεις στην Κυψέλη;»
«Τι θράσος! Ζω σε αυτόν τον απόπατο εξαιτίας σου, μην μου το παίζεις χαζός εμένα!»
 «Σιγά μην σε φυλακίσαμε κιόλας! Για κατέβα λίγο από το καλάμι σου!»
 «Κοτζάμ σπιταρόνα στη Νέα Σμύρνη κι ο κύριος από δω μας το παίζει ντίβα!»
 «Ζωή μην τα ξαναλέμε, εγώ σώγαμπρος δεν γίνομαι».
 «Για να γίνεις σώγαμπρος, ηλίθιε, πρέπει πρώτα να παντρευτείς! Και πριν απ’ αυτό, πρέπει να βρεις δουλειά της προκοπής!»
Τα πνεύματα οξύνθηκαν επικίνδυνα. Τα περιστέρια ξεκίνησαν να εγκαταλείπουν το τετράγωνο, ενώ η πετσέτα του μπάνιου σε ανύποπτο χρόνο εγκατέλειψε το σφιχτό κορμί στο οποίο εφαπτόταν, αποκαλύπτοντας δυο ζουμερά φεγγάρια. Ταραχή και σύγχυση επήλθαν στον άντρα. Τα μάτια του πετάρισαν και η σκέψη του σφηνώθηκε σε μια χαραμάδα.
«Εεεε, τώρα… τι να σου…  Άντε, βλαμμένη…»
Η γυναίκα στρογγυλοκάθισε επάνω στην κυριαρχία της:
     «Τι έπαθες καλέ, χάζεψες;»
Μα ο άντρας ζήτησε αμέσως ρεβάνς:
«Α εσύ πας γυρεύοντας» μουρμούρισε και το δωμάτιο φωτίστηκε από τη λάμψη στα μάτια του.
Η γυναίκα ανέκαθεν πίστευε πως θυμός και πάθος είναι συγκάτοικοι σε μικρή γκαρσονιέρα, κι όπως μοιράζονται τον καφέ, έτσι μοιράζονται και τη ζάχαρη.
Ήταν γραφτό του έρωτά τους να κατατροπωθεί κάποτε από το διαβρωτικό πέρασμα του χρόνου. Ωστόσο εκείνο το μεσημέρι, χωμένοι κάτω από τα αχνιστά σεντόνια, κατάφεραν να θριαμβεύσουν μεταμορφώνοντας μια ταπεινή στιγμή σε ολόχρυσο αιώνα με τη μέθοδο του διπλού οργασμού.


Μια καλοκαιρινή νύχτα πριν μερικά χρόνια, όταν η αφόρητη ζέστη με ανάγκαζε να κυκλοφορώ στο διαμέρισμά μου ντυμένος μονάχα με το μποξεράκι, ανοίγω την πόρτα του μπάνιου και αντικρύζω τρεις κατσαριδάρες(!)  παχιές σαν αγελάδες, να περπατούν σε ευθεία γραμμή στο πάτωμα κάτω από την ραφιέρα. Ήταν η πρώτη μου κοντινή επαφή με το γλυκύτατο αυτό ζώο. Με συνοπτικές διαδικασίες κάνω όπισθεν επιτόπου, κλείνω την πόρτα, πιάνω την σκούπα, και κάθομαι σαν τον σκοπό απ' έξω περιμένοντας να τις ξεκάνω μία-μία όπως θα ξεμυτίζουν, τρέμοντας από φρίκη. Ύστερα από ένα 10λεπτο ακινησίας, παίρνω απόφαση ότι "δεν κάνουμε δουλειά έτσι" και ότι πρέπει να μπω μέσα στο μπάνιο. Ώσπου να κάνω κίνηση, μια 4η κατσαρίδα, που εν αγνοία μου περπατούσε στον τοίχο πίσω μου, αποφασίζει ότι είναι μια καλή στιγμή να πετάξει στον αέρα και να προσγειωθεί στον ακάλυπτο λαιμό μου. Η αίσθηση ενός τόσο αηδιαστικού πλάσματος να αγγίζει το δέρμα μου με τα ποδαράκια του, δίπλα στο πρόσωπό μου, και με εκτεθειμένο το δέρμα ολόκληρου του κορμιού μου, με οδήγησε σε κατάσταση αμόκ, με ακατάσχετους σπασμούς στα άκρα μου, και μια παράδοξη κινδυνολογία για κρυμμένους εχθρούς σε κάθε γωνία και επιφάνεια. Κυνηγημένος μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, έβαλα όπως-όπως ρούχα, άφησα φώτα ανοιχτά, και πήγα να κοιμηθώ στους γονείς μου. 
Χρόνια μετά, η μάχη ακόμα συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Που Να Μη Σώσεις, Θάλασσα

|  2.400 λέξεις | Εμπνευσμένο από το διήγημα   "Μία βεντέτα"   του Γκυ Ντε Μωπασάν |  Στον σφακιανό κόσμο, όσοι κατάγονταν από μ...