Στον σφακιανό κόσμο, όσοι κατάγονταν από μεγάλα τζάκια
θεωρούνταν «καλόσειροι». To σόι των Ματζαπετάκηδων ήταν τέτοιο· γεμάτο καπετανέους,
πολέμαρχους και λεβεντόσπορους, μα στο τέλος αποδεκατισμένο από τον λιμό και
τις βεντέτες. Η Λένα –που όλοι φώναζαν Ματζαπετάνισσα– ήταν σύζυγος ενός
μεγαλέμπορα με περιουσία κι επιρροή. Ασίκης, ντόμπρος και μπεσαλής ήταν ο
συγχωρεμένος, ο τύφος όμως τον χάλασε κι
άφησε την οικογένειά του ακέφαλη. Πλήγμα μεγάλο για την Λένα, έσβησε το
χαμόγελο απ’ τα χείλη της. Μα κάτω δεν το ’βαλε, στο αρχοντικό της έκανε
κουμάντο καλό, και στα θέματα του χωριού είχε τον πρώτο λόγο. Κι ας έμοιαζαν τα
τελευταία χρόνια με μεγάλα, παχιά σύννεφα δυστυχίας που έβρεχαν ασταμάτητα πάνω
από το Ματζαπετακέικο. Κι ας είχε χάσει τα δυο αδέρφια της όταν μπαρκάρισαν για
το μακεδονικό μέτωπο και δεν γύρισαν ποτέ. Νωπές ήταν ακόμα οι μνήμες από την
τελευταία βεντέτα που κράτησε τρία χρόνια και πήρε τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια
του Νικόλα, αφήνοντας εκείνον, τον μικρότερο, τελευταίο σερνικό της
οικογένειας.
Ο
Νικόλας. Κατάμαυρο σγουρό μαλλί, μουτράκι αγγέλου, καρδιά μαλαματένια. Από
μικρός, φιλότιμος κι εργατικός. Χαράματα ξυπνούσε να φροντίσει τα μποστάνια, τα
ζωντανά, να κάνει μερεμέτια. Έγινε το στήριγμα και η παρηγοριά της δόλιας
μάνας. Χατίρι δεν της χάλαγε, κι εκείνη μη βρέξει και μη στάξει το είχε το
στερνοπούλι της. Μιας και του άρεσε η θάλασσα, τον έσπρωξε στις ψαρόβαρκες να
τη γνωρίσει, γιατί εκεί βγάζεις το βιός δίχως να ’χεις να χωρίσεις με άλλους ζα
ή χωράφια. Και μακριά απ’ τα όπλα τον είχε, φοβούμενη μην μπλέξει σε καβγά.
Διότι για κείνη ήταν ο κόσμος όλος· αν τον έχανε κι αυτόν, θα τα έχανε όλα.
Κι έτσι
πέρασαν λίγα χρόνια. Ο μικρός άντρευε: το στέρνο του έβγαινε όξω, τα χέρια του
δυνάμωναν, οι τρίχες του θεριεύαν. Γιος του πατέρα του, κιμπάρης, μερακλής, το
χωριό καμάρωνε κι οι γυναικείες καρδιές χτυπούσαν. Μα της μάνας του η αγάπη,
όμοιά της δεν είχε. Προσκύναγε το χώμα που πατούσε και τ’ αποφάγια που άφηνε
στο πιάτο. Χάιδευε τη ζέστα που άφηνε στα έπιπλα, κατάπινε τις λέξεις του σαν
γιατρικό. Σαν γυρνούσε εκείνος σπίτι, η καρδιά της χοροπήδαγε στο στήθος σαν χαρωπό
σκυλάκι. Ήταν φτιαγμένος από μπάλσαμο, φως και τρυφεράδα. Όσο τον είχε δίπλα
της, τόσο ξεχαρμάνιαζε από τις πίκρες της ζωής.
⥀
Ένα
συννεφιασμένο πρωί που άπλωνε την μπουγάδα στον πίσω κήπο, άκουσε συνωστισμό
στην είσοδο του σπιτιού. Με κακό προαίσθημα, παράτησε τα ρούχα κι έτρεξε να
δει. Βρήκε στην αυλή ανθρώπους με σηκωμένα μανίκια και μπατζάκια, κι ανάμεσά
τους γνώριμα πρόσωπα, όπως τη γειτόνισσα Ζαφειρία και τον δήμαρχο Βενέρη.
Ξαπλωμένο κάτω στο νοτερό χώμα κείτονταν ένα σώμα τυλιγμένο πρόχειρα σε
καραβόπανο. Τα τρεμάμενα χέρια της τράβηξαν το πανί απ’ το πρόσωπο του νεκρού,
κι ας ήξερε ποιος ήταν. Ένα κατάμαυρο σγουρό μαλλί ξεπρόβαλλε από μέσα σαν
ανοιξιάτικο μπουμπούκι. Χάιδεψε τρυφερά τα μάγουλά του που ήταν ωχρά σαν άγραφο
χαρτί, κι άγγιξε τα σφαλιστά του μάτια. Ένιωσε τον θάνατο να την ακουμπά στον
ώμο σαν παλιός εχθρός, το παγωμένο νυστέρι του να της ξεσκίζει τα σωθικά. Ο
πόνος χίλιων τοκετών την άρπαξε και τη διέλυσε, κι όλη η ελπίδα που της
απέμεινε εξαϋλώθηκε στον άνεμο.
Λέξη δεν
είχε ειπωθεί ακόμα. Οι συγχωριανοί στεκόντουσαν δυο βήματα μακριά, μάρτυρες
μιας γυναίκας που κρατούσε στα χέρια το τέλος της σειράς της. Θα το θεωρούσαν
λογικό αν άκουγαν την καρδιά της να ραγίζει επιτόπου και να σπάει· δύο σώματα
να πηγαίναν για ταφή αντί για ένα. Μα σαν η γριά κοίταξε τον δήμαρχο Βενέρη δεν
είδαν μάτια σπαραγμού, μα μάτια που στάζαν αίμα. Όλοι ένιωσαν στις ραχοκοκαλιές
τους το ίδιο ανατρίχιασμα.
«Ποιος;» ρώτησε η γυναίκα. Εκείνος
φάνηκε να μην καταλαβαίνει.
«Τι με ρωτάς, Λένα μου, δεν καταλαβαίνω».
«Μην κάνεις τον χαζό σε μένα,
Μιχάλη! Ποιος είν’ ο φονιάς; Από ποια οικογένεια;»
Κανείς δεν απάντησε αμέσως. Κανείς
δεν τόλμησε να συναντήσει την οργή της που ξέσπασε σαν καταιγίδα και σάρωσε τα
πάντα στο πέρασμά της.
«Φέρτε
τον εδώ τον κερατά, φέρτε τον! Ποιος τόλμησε ν’ απλώσει χέρι; Θα τον ανοίξω εγώ
απ’ τον λαιμό ως την κοιλιά και τα σπλάχνα του θα σκορπίσω στα σκυλόψαρα! Ό,τι
αγαπάει θα το σκοτώσω εμπρός του και μες στο αίμα του θα τόνε πνίξω! Γιε μου...
Εγώ, με τα ίδια μου τα χέρια θα σ’ εκδικηθώ! Θα του πιω το αίμα στάλα στάλα,
που να παρακαλάει ο τρισκατάρατος να τον αφήκω ν’ αποθάνει! Θα νιώσει ο κερατάς
τι μου ’κανε, θα τα νιώσει όλα!»
«Καλή μου κυρά, να χαρείς μη λες τέτοια!» είπε
ο Βενέρης. «Δεν πήγε από ανθρώπου χέρι ο δόλιος, η φουρτουνιασμένη θάλασσα τον
πήρε! Θανάση, για τον Θεό μίλα κι εσύ!»
«Έτσι
είναι, Ματζαπετάνισσα, ήμουν εκεί. Τέτοιο μπουρίνι δυνατό και ξαφνικό δεν έχω
ματαδεί όσο αλάτι κι αν έχω φάει στη ζωή μου. Το κοπέλι σου είχε βγει έξω πολύ,
ελπίδα δεν είχε με τα κύματα. Τον σταυρό μας κάναμε εμείς που σωθήκαμε, δόξα τω
Θεώ».
Έκανε
ένα νεύμα με το χέρι της σαν να μην ήθελε ν’ ακούσει άλλα. Είχε πάνω της μια
ένταση φοβερή κι απόκοσμη, που τρόμαζε και τους πιο σκληροτράχηλους ναυτικούς.
Το βράδυ
εκείνο η γριά μάνα ξενύχτησε μόνη το παιδί της. Δεν θέλησε κανενός την
παρουσία. Η φωτιά στο τζάκι σιγόκαιγε και φώτιζε τους μεγάλους τοίχους και το
ψηλό ταβάνι της σάλας. Οι ώρες κυλούσαν αργά, πολύ αργά, σαν μάνα και γιος να
συναντήθηκαν στη μέση ενός ονείρου. Η πέτρινη μορφή της σάλεψε μόνο μια φορά,
σαν είπε: «Από μένα έλεος δεν θα δει, μ’ ακούς; Η μάνα το είπε αυτό. Κοιμήσου,
μωρό μου. Κοιμήσου και κανονίζω εγώ».
Η ταφή
έγινε την επομένη. Όλο το χωριό ήταν παρόν. Η γειτόνισσα Ζαφειρία έσερνε τη
φωνή, μοιρολογήτρες ολοφύρονταν για τον αδικοχαμένο και μάτωναν τα μάγουλά τους
με τα νύχια τους, νεαρές κοπέλες έκοβαν σύριζα τις όμορφες πλεξούδες τους και
τις εναπόθεταν στα χέρια του νεκρού. Όλοι σκυφτοί και θλιμμένοι, εκτός από τη
μαύρη μάνα που αδάκρυτη κι ευθυτενής ανέδιδε μια σκληράδα και μια θωριά
πολεμική, αταίριαστη με την επικήδεια τελετή.
Χωρίς να
χάσει χρόνο, θέτοντας το σχέδιό της σε εφαρμογή, πήγε το απόγευμα στο
ταχυδρομείο και ζήτησε να σταλεί επειγόντως μια σφαλισμένη επιστολή στα Χανιά,
στους πρώην συνεργάτες του ανδρός της. Το ίδιο βράδυ εμφανίστηκε στο καφενείο
του Σίφη κι εντελώς απρόσμενα πήγε κι έκατσε στο τραπέζι των ψαράδων, που είχαν
αρχίσει από νωρίς τις ρακές για να ελαφρύνει το μυαλό και η καρδιά.
«Αν
είστε άντρες σωστοί κι αγαπήσατε ποτέ τον γιο μου, θα κάνετε τούτο που σας
ζητάω» είπε ήρεμα και αποφασιστικά καθώς τους γέμιζε τα ποτήρια με ρακή.
«Πες το
και θα το ’χεις, Ματζαπετάνισσα» είπε κοφτά ο γερο-Θανάσης, ο πιο παλιός απ’
όλους. Όλο το τραπέζι συγκατένευσε.
«Ό,τι ψάρια πιάνετε από δω και στο
εξής, θα τα δίνετε σε μένα».
«Όλα; Και για πόσες δραχμές μωρέ
Λενιώ;»
«Όσες παίρνατε πάντα, ούτε σκόντο
θέλω ούτε τίποτα».
Συμφώνησαν
ν’ αφήνουν κάθε πρωί τις ψαριές τους στην παραλία. Η αρχόντισσα έφυγε
ικανοποιημένη. Με το λιγοστό φως του φεγγαριού, περπάτησε μόνη έξω από το
χωριό, ώσπου έφτασε σε μια φτωχική στάνη. Εκεί ζούσε μονάχη μια χήρα ενός
βοσκού, που λέγαν πως ήταν μάγισσα. Η Λένα μπήκε μέσα και βρήκε τη χήρα να
βράζει πατάτες.
«Τη χάρη που χρωστάς, Αννούλα, ήρθε
η ώρα να τη δώκεις» της είπε αυστηρά.
Αδιάφορα,
με την πλάτη γυρισμένη, εκείνη της αποκρίθηκε: «Ίντα μπορώ να κάνω; Ν’ αναστήσω
το κοπέλι σου ή να σε στείλω να το βρεις; Απ’ το ν’ ακούω απολυμάρες, απ’ το
κονάκι μου σύρε και φεύγα!»
Δίπλα
στη Λένα βρισκόταν στρωμένο το τραπέζι με παξιμάδια, ελιές, γραβιέρα και
καρύδια. Μονομιάς, του έδωσε ένα κλότσο γερό και σκόρπισε όλο το δείπνο στον
αέρα. «Σκάσε και κοίτα με, μωρή τσουλάρα, μη σε πνίξω κει που στέκεσαι με το
κορδόνι της ποδιάς σου, καταραμένη! Χρωστούμενα ή όχι, έτσι και μ’ αρνηθείς,
πάλι στα δυο θα σε σκίσω!»
Κι η χήρα, ενθυμούμενη τον τρόμο που
η Ματζαπετάνισσα μπορεί να σπείρει, γύρισε σαν δαρμένο σκυλί κι αποκρίθηκε: «Λέγε τι θες,
να τελειώνουμε».
«Να πνιγεί η θάλασσα στο αίμα, αυτό
θέλω».
⥀
Σύντομα ο τόπος βούιξε: «Πάει, η
Ματζαπετάνισσα λώλεψε, κάνει κουζουλάδες!»
«Καθαργά
ξαμολιέται με την τρελή στην παραλία, εκεί που έχασε το κοπέλι της ντε, και
κάνει μαγικά! Τους είδανε να καίνε θυμιάματα κάτω από τ’ αστέρια, να κάνουν
ξόρκια και να καταριούνται το κενό! Αν είσαι εκεί, σου κόβεται η χολή!»
«Το πρωί
φορτώνουνε στη βάρκα του συγχωρεμένου τις ψαριές των ψαράδων, και λίγο παραμέσα
τα ξεκοιλιάζουν και τα σκορπάνε στο νερό! Αποτρόπαια πράγματα!»
Το
αλμυρό νερό κοκκίνιζε μέρα με τη μέρα, δεν έλεγε να καθαρίσει. Ο κόσμος άρχισε
να διαμαρτύρεται, ο δήμαρχος μπήκε μπροστά και απαγόρεψε στους ψαράδες να της
δίνουν ψάρια, ειδάλλως θα φώναζε τους χωροφυλάκους. Η αρχόντισσα άρχισε τότε να
σφάζει όλα τα ζα που είχε –γουρούνια, κότες, κατσίκες– και να σκορπίζει το δικό
τους αίμα στα σκούρα βρόμικα κύματα. Οι γλάροι έκαναν τσιμπούσι με τα κουφάρια, το μάτι υπέφερε
σαν κοιτούσε προς τα κει. Αφού είδε κι απόειδε, ο δήμαρχος πήγε σπίτι της να
λογαριαστούνε. Μα πού να την κάνει ζάφτι; Οι φωνές τους ακούστηκαν ως απ’ όξω:
«Κουζουλάθηκες τελείως Λενιώ! Πράμα δεν σου ‘χει μείνει
στο κεφάλι!»
«Να κοιτάς τη δουλειά σου εσύ, κι
άσε με!»
«Άκου
με, όλοι πονάμε για σένα. Μα να σε βλέπουμε να ατιμάζεις τους πεθαμένους σου;
Να προσβάλεις τον Κύριο με πράξεις του Εξαποδώ; Έλα στα συγκαλά σου ωρέ!»
«Ε είμαι
για δέσιμο, τι να σου πω! Λογική είμαι, ξεκούδουνη είμαι, διαφορά δεν έχει.
Αυτό που θέλω όμως θα το κάνω, ο κόσμος να χαλάσει!»
«Και σε
ρωτώ, με το γινάτι σου αυτό είντα θες να πετύχεις; Να στείλεις το βιός σου στον
πάτο της θάλασσας;»
«Ξάσου,
κι όταν το κάνω θα το δεις τι είναι. Και τώρα ξεκουμπίσου, μη σου μουντάρω όπως
είσαι και σε βγάλω όξω με τις κλωτσιές!»
⥀
Το ίδιο
βιολί συνέχισε, ώσπου στέρεψαν τα χρήματα. Το χωριό τής γύρισε την πλάτη, μα η
βούλησή της έμεινε ακλόνητη. Την τελευταία ημέρα έφτασε κάρο εμπορικό από τα
Χανιά, φορτωμένο με φωτιστικό πετρέλαιο. Ξενομπάτικα πληρωμένα χέρια το
μετέφεραν σε στάμνες ως την παραλία, κι η γριά με την Αννούλα τα βάζανε ένα ένα
μες στη βάρκα, κινούσαν έξω στ’ ανοιχτά κι έχυναν το δηλητήριό τους στο
καταραμένο νερό. Προτού το χωριό πάρει χαμπάρι, χύθηκε ολάκερο και κάλυψε τη
γύρω περιοχή, έτσι που το βράδυ η επιφάνεια της θάλασσας έλαμπε λες κι είχε
στολιστεί για να γιορτάσει. Νεκρά ψάρια αρχίσαν να ξεβράζονται στην ακτή,
μικρά, μεγάλα, ως και τα σκυλόψαρα που είχαν μαζευτεί για να γευτούν το αίμα
των κουφαριών της στεριάς. Το λάδι το κακό, το χημικό, κατέτρωγε τον πυθμένα,
κι η θαλάσσια ζωή νεκρώθηκε από πάνω ως κάτω. Έμεινε μια θάλασσα νεκρή, άδεια,
αποστειρωμένη. Τούτο το έβλεπε η γριά, μα δεν της αρκούσε. Ασίγαστο έκαιγε το
πάθος μέσα της, ακαταλάγιαστο το μίσος που είχε.
Σαν
έμαθε το χωριό τι είχε κάνει, ξεσηκώθηκε πια εναντίον της. Πρώτα πιάσανε την
τρελή, τη μάγισσα, την έσυραν έξω από το σπίτι της και τη λιθοβόλησαν.
Μπούκαραν ύστερα στο αρχοντικό της Ματζαπετάνισσας και κάναν μεγάλο σαματά, που
κράτησε ώρα πολλή. Φωνάζαν πως πήρε τον δρόμο του Σατανά και τους κατέστρεψε
την ακτή. Στο τέλος τής βάλανε όρο: θα έφευγε εξορία ή θα την έδιωχναν εκείνοι,
ή χειρότερα. Μα το αυτί της Ματζαπετάνισσας δεν ίδρωσε καθόλου: «Μαύροι,
παλιόσκυλα, έτσι είστε λοιπόν! Σας μάζεψε ο άντρας μου από τα σκατά και σας
έκανε ανθρώπους! Η κλήρα μου, τ’ άγιο σπιτικό μου, όλα χάθηκαν, τίποτα σιμά σας
δεν φυτρώνει! Καταραμένοι να ’στε κι εσείς κι οι απογόνοι σας! Ανάγκη δεν σας
έχω! Μονάχη θα το σβήσω και τ’ αρχοντικό και όλα μου, στάχτη και μπούρμπερη θα
τα κάνω! Το στολίδι του χωριού σάς το παίρνω πίσω μια για πάντα, δεν ήσασταν
άξιοι ποτέ σας να το ’χετε!»
Και με
τα λόγια αυτά άρπαξε ευθύς το λούξι και το πέταξε στο παράθυρο, κι έσπασε αυτό
και χύθηκε το πετρέλαιο επάνω στις παχιές βελούδινες κουρτίνες. Λαμπάδιασε το
ύφασμα, πήραν φωτιά το χαλί κι η φλοκάτη του καναπέ. Έντρομες οι κυράδες μπήξαν
τις τσιρίδες και τρέξαν να σωθούν συμπαρασύροντας τους άντρες, κι όλοι μαζί
συνωστίστηκαν στην πόρτα. Κουτρουβαλήσανε ο ένας πάνω στον άλλο, κάποιοι πέσαν
χάμω και ποδοπατηθήκαν, με το ζόρι ανάσαιναν. Η Ματζαπετάνισσα, ψύχραιμη και
αγέρωχη, ίδια η μπουρλοτιέρισσα η Μπουμπουλίνα, σκορπούσε τη φωτιά από δωμάτιο
σε δωμάτιο μ’ ένα πρόχειρο δαδί, ώσπου οι φλόγες υψώθηκαν ως απάνω στη στέγη
και αγκάλιασαν το κτίριο ολόκληρο.
Αφού
χάζεψε για λίγο τη φωτιά, που το μέγεθός της έκανε τη νύχτα να μοιάζει με μέρα,
πήρε το δερμάτινο καμτσίκι απ’ τη στάνη κι άρχισε τον κατήφορο για την παραλία.
Άνθρωπος δεν τόλμησε να την ακολουθήσει, είχαν σκιαχτεί απ’ το δαιμονικό της.
Το φεγγάρι δέσποζε ολόγιομο, αγνό· φώτιζε τον δρόμο της με ασημένιο φως· φώτιζε
και το αμετανόητο πρόσωπό της.
«Καριόλα,
εσύ τα φταις» είπε μόλις έφτασε στη θάλασσα. «Τον Νικόλα Ματζαπετάκη ήθελες να
πειράξεις; Το καμάρι, το βλαστάρι μου, το άστρο της ζωής μου; Είχες ξαναδεί
μωρή πιο όμορφο παλικάρι ποτέ σου, πιο αγνό, πιο καλοσυνάτο; Νόμιζες ότι αν τον
έπνιγες θα γινότανε δικός σου; Εσένανε, μιας καταβόθρας, που νόμισε ότι μπορεί
ν’ απλώσει χέρι στο παιδί μου; Κοίτα πως κατάντησες, μια σούδα με βρομόνερα
έγινες! Καταραμένη για πάντα να ’σαι!» είπε και κατέβασε με δύναμη το καμτσίκι,
αφήνοντας ένα ηχηρό μαστίγωμα στα ταραγμένα νερά.
Ο άνεμος
δυνάμωσε απότομα. Η θάλασσα φουρτούνιασε, έμοιαζε να διαμαρτύρεται για τ’
ακατάπαυστα μαστιγώματα, και τις βρισιές που με μίσος τυφλό ξεστόμιζε η
αλλοπαρμένη μάνα. Κύμα σηκώθηκε ψηλό, που έσκαγε με δύναμη στην ακτή
στοχεύοντας τα πόδια της. Αίμα έβγαινε από τις παλάμες της, το μαστίγιο τής
γλιστρούσε απ’ τα χέρια. Όρμησε καταπάνω στη μανιασμένη θάλασσα και βούτηξε
άφοβα στα σκοτάδια της. «Με τα χέρια μου θα σε τελειώσω, σκρόφα!» ούρλιαζε
καθώς πάλευε με μένος τα κύματα. Ο ουρανός από πάνω έριχνε αστραπές σαν φωτεινά
δίχτυα που γράπωναν τη γη· κι ο αέρας, το σκοτάδι, η λάμψη, η βοή, κράτησαν
μέχρι το πρώτο φως της μέρας.
⥀
Το πρωί
τη βρήκανε νεκρή στην αμμουδιά. Για μέρες δεν σηκώθηκε το παραμικρό αγέρι. Η
θάλασσα έμενε ακύμαντη, αρυτίδιαστη, σαν κατάκοιτη στα τελευταία της. Οι
τράτες, τα ψαροκάικα, τα εμπορικά, δεν μπόραγαν να σαλπάρουν.
Το χωριό
ψιθύριζε. Δύο εβδομάδες μετά, ο παπάς έδωσε σιωπηλά τη συγκατάθεσή του. Νύχτα
ξεθάψαν τη σορό της απ’ το νεκροταφείο και την ανέβασαν επάνω στο παπούρι του
βουνού, να τη θάψουν κάτω απ’ τις φυλλωσιές των δέντρων, να ’ναι καλά κρυμμένη,
μην τη βλέπει η θάλασσα και τρομάζει και μείνει ακίνητη για πάντα. Μόνο τότε
άρχισαν και πάλι να σαλεύουν τα νερά, κι ο κόσμος βρήκε την υγειά του.
Και τότε είπαν όλοι πως, ναι, η γριά
πάλεψε με τη θάλασσα, και τη νίκησε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου